Εκπαιδευτικά Νέα

Άρθρο του Θανάση Αλεξίου

Το πρόβλημα

Στην εισήγησή μου θα επιχειρήσω να δείξω την επιστημολογική προέλευση της έννοιας του κοινωνικού αποκλεισμού, ώστε αυτή να επανακτήσει ως αναλυτικό εργαλείο των κοινωνικών επιστημών την αναλυτική και κριτική της εγκυρότητα. Θεωρώ πως η πληθωριστική χρησιμοποίηση του όρου προκαλεί συγχύσεις, καθώς με αυτόν τον όρο χαρακτηρίζονται φαινόμενα περιθωριοποίησης και έκπτωσης που ανάγονται σε διαφορετικές αιτίες ενώ εγγράφονται σε διαφορετικά κοινωνικο-ιστορικά πλαίσια. Άλλες λόγου χάρη πρακτικές αποκλεισμού και επανένταξης υπάρχουν στις προνεωτερικές-προκαπιταλιστικές κοινωνίες όπου οι κοινωνικές σχέσεις αρθρώνονται γύρω από τη γη και άλλες στις νεωτερικές-καπιταλιστικές κοινωνίες όπου η αξία παράγεται από την ανθρώπινη εργασία. Στις πρώτες το σώμα καταστρέφεται (βασανιστήρια, εκτελέσεις κ.λπ.), στις δεύτερες η αναβαθμισμένη αξία του σχετικοποιεί πρακτικές αποκλεισμού, ενώ επιβάλλει άλλες πολιτικές επανένταξης.

 

Το επιστημολογικό υπόβαθρο του Παραδείγματος του «κοινωνικού αποκλεισμού»

Το Παράδειγμα (βλ. Th. Kuhn) του κοινωνικού αποκλεισμού παραπέμπει σ' ένα πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων πολύ διαφορετικό από εκείνο του Παραδείγματος που χρησιμοποιεί ως κατηγορία ανάλυσης τις κοινωνικές τάξεις. Σ' αντίθεση με το δεύτερο, το οποίο βλέπει την κοινωνία ασύμμετρα δομημένη, δηλαδή ως κοινωνία εκμεταλλευτικών σχέσεων, απ' όπου προκύπτουν οι κοινωνικές ανισότητες, στο πρώτο σχετικοποιείται ο κάθετος χαρακτήρας των κοινωνικών σχέσεων προς όφελος μιας οριζόντιας αντίληψης. Αν στο παράδειγμα των κοινωνικών τάξεων, η ανέχεια και η εξαθλίωση μίας τάξης, λόγου χάρη της εργατικής τάξης, εξηγείται από το γεγονός ότι μια άλλη τάξη, η αστική, κατέχει τα μέσα παραγωγής, συνεπώς προσδιορίζεται και ο υπεύθυνος για την εκμετάλλευση, στο παράδειγμα του κοινωνικού αποκλεισμού ενώ παρουσιάζεται η δραματικότητα και οι αρνητικές επιπτώσεις αποκλεισμών και εκπτώσεων, δεν υπάρχει κάποιος, εκτός της ασυνέπειας και της ανεπάρκειας κάποιων προσώπων, ο οποίος να καθίσταται γι' αυτό υπεύθυνος. Το θέμα του αποκλεισμού ανήκει περισσότερο, όπως αναφέρουν o L.Boltanski και η E. Chiapello, στη σφαίρα των συναισθημάτων παρά στη σφαίρα της κριτικής. 1 Εξ' άλλου αυτός είναι και ο λόγος που η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού έχει υιοθετηθεί άκριτα, όπως αναφέρουν οι ίδιοι,2 από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις.

 

Σε μεγάλο βαθμό το επιστημολογικό υπόβαθρο του Παραδείγματος που βασίζεται στον κοινωνικό αποκλεισμό ενυπάρχει στη σκέψη δύο κλασσικών της κοινωνιολογίας, του E. Durkheim και του M. Weber, και κυρίως στις θέσεις τους για τον εξω-οικονομικό (ηθικό) χαρακτήρα του κοινωνικού δεσμού στις σύγχρονες κοινωνίες, στον πρώτο, και του τρόπου προσδιορισμού των κοινωνικών τάξεων, στον δεύτερο (μεθοδολογικός ατομικισμός). Ουσιαστικά η σημερινή συζήτηση για τον κοινωνικό αποκλεισμό και την κοινωνική ενσωμάτωση, ηγεμονεύεται από τις επιστημολογικές προτάσεις των δύο στοχαστών, γεγονός που έχει ως συνέπεια και την επιλογή συγκεκριμένων μεθοδολογιών προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας με τις ανάλογες επιπτώσεις για την κοινωνική ανάλυση. Από την άλλη στο λειτουργιστικό παράδειγμα των κοινωνικών επιστημών η ‘‘διαφοροποίηση'' της κοινωνίας, σε ρόλους και συστήματα ρόλων, δημιουργεί περιοχές κοινωνικού αποκλεισμού, το φαινόμενο αυτό όμως προκύπτει από την διάρθρωση της κοινωνίας και είναι μέρος της διαδικασίας προς την κοινωνική ολοκλήρωση. Ουσιαστικά ο κοινωνικός αποκλεισμός στις ντυρκεμιανές (λειτουργιστικές) και βεμπεριανές προσεγγίσεις συνιστά μαζί με τα προγράμματα αντιμετώπισής του ένα εγχείρημα συστημικής ολοκλήρωσης, δηλαδή λειτουργικής ένταξης του πληθυσμού στις παραμέτρους της αστικής-καπιταλιστικής πραγματικότητας. Στο βαθμό μάλιστα που τα χαρακτηριστικά ομάδων και ατόμων προσεγγίζονται χωρίς τα κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά τους, δηλαδή χωρίς αναφορά στους «ιστορικούς ανθρώπους» (historische Menschen) (K. Marx) αλλά στη βάση μιας μεταφυσικής ανάγκης του συστήματος για ολοκλήρωση, το ενταξιακό εγχείρημα εξελίσσεται περισσότερο ως εκ νέου κοινωνικοποίηση του πληθυσμού στη λογική της αγοράς. Εξάλλου, ο δομικός χαρακτήρας της ανεργίας αφήνει ελάχιστα περιθώρια ώστε να καταστεί εφικτή η ένταξη μέσω της εργασίας.

 

Το θεωρητικό πλαίσιο της έννοιας του κοινωνικού αποκλεισμού προσφέρεται από τον ίδιο τον M. Weber και τη θέση του για την ‘‘κλειστή ομάδα'' και τους ειδικούς τρόπους ζωής, η οποία έχοντας μονοπωλήσει μέσω εξω-αγοραίων μηχανισμών (οικογενειακή ή εθνοτική καταγωγή, μορφωτικό επίπεδο, κύρος κ.λπ.)3 την πρόσβαση σε πόρους και αγαθά τείνει να αποκλείσει άλλες.4 Ως γνωστόν ο M. Weber ορίζει τη σφαίρα της κατανάλωσης ως πεδίο συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων, θέση που υιοθετούν και νεοβεμπεριανές προσεγγίσεις, όπως αυτή του P. Bourdieu, που δίνουν όμως έμφαση στις καταναλωτικές πρακτικές που λειτουργούν ως πρακτικές διάκρισης. Προφανώς ο M. Weber αναφέρεται στην προκαπιταλιστική πραγματικότητα και στις εξω-οικονομικές συνθήκες (εθνοτική και θρησκευτική ταυτότητα) που επέβαλλαν την κοινωνική θέση και περιόριζαν την κινητικότητα στα μέλη των νομοκατεστημένων τάξεων (Stände). Εντούτοις οι σημερινοί άνεργοι δεν αποκλείονται εξαιτίας εξω-αγοραίων πρακτικών, ας πούμε εξαιτίας τρόπων ζωής και κατανάλωσης ή εξαιτίας της θρησκευτικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, αλλά εξαιτίας αγοραίων πρακτικών. Αυτοί είναι άνεργοι εργάτες, καταχρεωμένοι αγρότες, κατεστραμμένοι μικροαστοί κ.λπ. Συνεπώς σε συνθήκες μισθωτής εργασίας, οι διαχωρισμοί και οι εκπτώσεις έχουν ταξικό υπόστρωμα και οι κατηγοριοποιήσεις του τύπου «μέσα» και «έξω», «ενσωματωμένοι» και «αποκλεισμένοι», δημιουργούν περισσότερο παρανοήσεις παρά συμβάλλουν στην ουσιαστική κατανόηση του φαινομένου. Ενώ μάλιστα οι αποκλεισμένες ομάδες αποκαθίστανται ως κοινωνική τάξη και αυτό ανεξάρτητα από τους λόγους του αποκλεισμού τους (άνεργοι, εξαρτημένοι, ανάπηροι, άτομα με ψυχικές διαταραχές κ.ά.), οι ενσωματωμένες ομάδες εκλαμβάνονται ως ένα διαταξικό ομοιογενές μόρφωμα χωρίς αντιθέσεις στο εσωτερικό του. Η θέση αυτή συσκοτίζει το γεγονός ότι οι θέσεις μέσα στις οποίες οι άνθρωποι θεωρούνται ‘‘ενσωματωμένοι'' (integrated) μέσω του καταμερισμού εργασίας είναι στην ουσία άνισες.5 Η αποδοχή της θέσης πως η κοινωνία είναι άθροισμα ατόμων, και όχι σύστημα κοινωνικών σχέσεων, όπως είδαμε παραπάνω, σε συνάρτηση με την χωρική αντίληψη για την κοινωνία, που προωθεί η υιοθέτηση της έννοιας του κοινωνικού αποκλεισμού, στεγανοποιεί τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, εμφανίζοντας τες, όπως ακριβώς προτείνει ο μεθοδολογικός ατομισμός του M. Weber, ως σχέσεις μεταξύ προσώπων. Εφόσον οι κοινωνικές σχέσεις είναι διαπροσωπικές, δεν υπάρχει και επαφή ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Από που θα προκύψουν τότε τριβές και πολύ περισσότερο ταξικές αντιθέσεις και εκμετάλλευση; Επομένως οι οποιεσδήποτε τριβές μεταξύ ατόμων και ομάδων θα ερμηνευτούν ως πρόβλημα ψυχολογικής τάξης. Εντούτοις τόσο η υποαπασχόληση (underemployment) και η κοινωνική απομόνωση (social isolation), δηλαδή η ποιότητα των κοινωνικών επαφών, όσο και οι ευκαιρίες ζωής στην αγορά (life chances) που συνιστούν για τον W. J. Wilson βασικά γνωρίσματα της Underclass (υποτάξης των αστικών κέντρων),6 είναι πιθανές καταστάσεις για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού που ζει σε συνθήκες εξαρτημένης (μισθωτής) εργασίας, ανεξάρτητα αν είχε πρόσβαση στην σφαίρα της παραγωγής ή έχει εκπέσει κοινωνικά.

 

Επομένως είναι πολύ διαφορετικό να εξετάζει κανείς την αποβιομηχάνιση και την αποκέντρωση της φορντικής παραγωγής που έπληξε κυρίως τα γκέτο των αφροαμερικανών στις ΗΠΑ ή τις βιομηχανικές περιοχές της Αγγλίας ή της Ανατολικής Γερμανίας, ως αιτίες του σχηματισμού της Underclass (υποτάξης),7 που μαζί με την αποδόμηση κρατικών κοινωνικών πολιτικών, διαμόρφωσαν μια ανομική κατάσταση στις πρώην βιομηχανικές ζώνες, από το να επιχειρεί να εξηγήσει το πρόβλημα από τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα βιώνουν την ανεργία, την υποαπασχόληση και την ανημποριά. Στην πρώτη περίπτωση γίνεται σαφές ότι η υποτάξη (Underclass) αποτελεί συνέχεια των δομών με αναμενόμενες συμπεριφορές, ενώ στη δεύτερη περίπτωση δίνεται η εντύπωση πως οι συμπεριφορές και οι νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν την υποτάξη προέκυψαν από τα ίδια τα άτομα, ως ηθελημένη κατάσταση, ως τα άτομα να διαθέτουν μια δικιά τους ενδοχώρα ανεξάρτητη από την κοινωνία και τις δομές της. Αυτό που συμβαίνει, και εδώ θα συμφωνήσουμε με τον S. Lash, έχει να κάνει με την απαξίωση της εργασίας και τον αποκλεισμό τμημάτων της εργατικής τάξης από τον κοινωνικό πλούτο της αστικής κοινωνίας, παρόλο που αυτός παρήχθη από την εργασία της.8 Bεβαίως η απαξίωση αυτή έχει ως συνέπεια και την υποβάθμιση των χώρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (στεγαστικές συνθήκες, διάλυση πρωτογενών δικτύων, εγκληματικότητα κ.ά.). Συνεπώς οι δουλειές του ποδαριού, το πήγαινε - έλα στη αγορά εργασίας, η υποαπασχόληση κ.λπ. που χαρακτηρίζουν τις θέσεις απασχόλησης της «υποτάξης' (Underclass), -γιατί αυτή δεν αποτελείται μόνο από άνεργους, άεργους, άστεγους, παραβατικούς, κλεφτρόνια και εξαρτημένους κ.ά.-, περιγράφουν θέσεις μελών της μετα-εργοστασιακής εργατικής τάξης που για να επιβιώσουν πρέπει να εκμισθώσουν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την εργατικής τους δύναμη.

 

Ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση προκαλεί η θέση του Z. Bauman, ο οποίος θεωρώντας τις σημερινές κοινωνίες ως «κοινωνίες καταναλωτών», ορίζει την υποτάξη, την «τάξη των παριών» με όρους κατανάλωσης, ως μια τάξη ανθρώπων πέρα από τάξεις και ιεραρχίες.9Εφόσον η εργασία απώλεσε την ενσωματωτική της δυναμική, η κατανάλωση με τους αντίστοιχους τρόπους ζωής αναδεικνύονται σε συγκροτητικά στοιχεία της «μεταταμοντέρνας συνθήκης».10Η κοινωνική ενσωμάτωση γίνεται πλέον μέσω της καταναλωτικής αγοράς, η οποία εμφανίζεται ως το πεδίο πραγμάτωσης επιθυμιών και ελευθεριών. Σε μια κοινωνία καταναλωτών, η ανεπάρκεια του προσώπου ως καταναλωτή οδηγεί σύμφωνα με τον Z. Bauman, στην κοινωνική υποβάθμιση και την «εσωτερική εξορία».11 Συνέπειες αυτής της καταναλωτικής ανεπάρκειας είναι, σύμφωνα με τον ίδιο η κατάρρευση της αυτοεκτίμησης, η δημιουργία αισθημάτων ντροπής και ενοχής, στοιχεία που προβάλλονται φαντασιακά στην «κατώτερη τάξη», ενώ η μνησικακία, η αγανάκτηση και η επιθετικότητα χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο τις κοινωνικές σχέσεις.12 Πάλι οι κοινωνικές τάξεις ως ομάδες προσώπων. Ουσιαστικά πρόκειται για μια νεοβεμπεριανή προσέγγιση, καθώς και εδώ εξω-οικονομικοί, υποκειμενικοί παράγοντες (κύρος, κοινωνική αναγνώριση, αισθητική κρίση κ.ο.κ.) που αναφέρονται στην καταναλωτική συνθήκη, συνιστούν το κριτήριο ορισμού των κοινωνικών τάξεων. Η αισθητική προσέγγιση της πραγματικότητας μέσα από την οπτική γωνία του καταναλωτή, δηλαδή του ατόμου με τα κίνητρα και τις επιθυμίες (μεθοδολογικός ατομισμός), συνιστά ως γνωστό, βασικό αξίωμα του μεθοδολογικού ατομισμού και της νεοκλασσικής θεωρίας. Οι αλλαγές στην παραγωγή και στην οικονομία προέρχονται σύμφωνα μ' αυτή την προσέγγιση από τις ατομικές επιθυμίες για κατανάλωση και διάκριση.

 

Από την άλλη, κεντρικός πόλος ενσωμάτωσης από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά αναδεικνύεται η μισθωτή εργασία και ένα σύστημα αξιών και θέσεων που αρθρώνονται γύρω απ' αυτήν. Ο κοινωνικός δεσμός απογυμνώνεται από θρησκευτικές και ηθικές διαμεσολαβήσεις, εξάλλου με το κίνημα της μεταρρύθμισης η κοινωνία έχει εκκοσμικευτεί, και μετατρέπεται σε οικονομικό, πόσο μάλλον όταν η απόσπαση και η ιδιοποίηση του κοινωνικού υπερπροϊόντος (υπεραξία) γίνεται αυτόματα στο χώρο παραγωγής της, μέσω της οικονομικής διαδικασίας, γεγονός που καθιστά περιττή την εξω-οικονομική (πολιτική) παρέμβαση. Eπομένως η πρόσβαση στην αγορά εργασίας, καθορίζει το βαθμό ενσωμάτωσης ή λειτουργικής περιθωριοποίησης του ατόμου. Εθνοτικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις εμποδίζουν συχνά την κατάληψη συγκεκριμένων θέσεων στην αγορά εργασίας, εντούτοις αυτές σχετικοποιούνται και αίρονται όταν υπάρχει έλλειψη εργατικών χεριών. Σε νομικό-πολιτικό επίπεδο το άτομο αναγνωρίζεται με τις ιδιότητες του αστού, ως ιδιοκτήτης, δηλαδή ως ιδιοκτήτης (πωλητής) της εργατικής του δύναμης, παρόλο που η εργατική δύναμη συνιστά, όπως επισημαίνει ο K. Polanyi πλασματικό εμπόρευμα, αυτή δηλαδή δεν μπορεί να αποχωριστεί από το φορέα της, όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα.

 

Οι προνοιακές πρακτικές σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού

Εντούτοις η εννοιολόγηση του κοινωνικού ζητήματος με όρους κοινωνικής παθολογίας («ευπαθείς ομάδες», «ευάλωτες ομάδες» κ.ο.κ.), προέκυψε σε μεγάλο βαθμό από την υποχώρηση της καθολικότητας του κράτους πρόνοιας και την επιστροφή στις ειδικές κοινωνικές πολιτικές (με αναφορά τις ομάδες στόχους) που σε πολλά θυμίζουν την κατασταλτική κοινωνική πολιτική του 19ου αιώνα που στιγματίζει και απαξιώνει τους αποδέκτες. Αλλά για ποιό λόγο κάποιες πληθυσμιακές ομάδες γίνονται αντικείμενο πολιτικών καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού (βλ. ομάδες με ειδικές ανάγκες, ασθενείς, εξαρτημένα άτομα κ.ο.κ.). Το στοιχείο που καθιστά αυτές τις ομάδες «διαφορετικές» είναι η αδυναμία τους ή η παρεμπόδισή τους13 να εκθέσουν την εργατική τους δύναμη στην αγορά εργασίας. H ασθένεια του AIDS λειτουργεί λόγου χάρη και ως μεταφορά, ενώ η αντίληψη γι' αυτή δεν σχηματίζεται πάντα με βάση επιδημιολογικές έρευνες, αλλά με βάση αντιθέσεις και συμφέροντα ομάδων πίεσης που προβάλλουν πρωτίστως και εντελώς διαστρεβλωμένα τον κίνδυνο απ' αυτήν, όπως συμβαίνει επίσης και για τα εξαρτημένα από ουσίες άτομα.14 Aνάλογα με τις επιδράσεις του περιβάλλοντος, οι προδιαθέσεις, ανικανότητες και τα μειονεκτήματα μπορούν να εξελιχθούν σε εμπόδια ή να σχετικοποιηθούν, ενώ οποιαδήποτε μειονεκτήματα (αναπηρίες, βιογραφικές ασυνέχειες κ.α.) μπορούν να υπερκαλυφθούν, όπως συμβαίνει και με την ανεργία (επιδόματα ανεργίας κ.ο.κ.), από το «συλλογικό εργαζόμενο» (Gesamtarbeiter) και την κοινωνικοποίηση του κόστους αναπαραγωγής. Εφόσον δεχτούμε την άποψη του Μ. Μerleau-Ponty (και νομίζω ειδικά για να κατανοήσουμε το βίωμα της αναπηρίας η φαινομενολογία της αντίληψης προσφέρει χρήσιμες και πρωτότυπες προσεγγίσεις) πως το σώμα είναι το όχημά του στον κόσμο και για το άτομο έχω σώμα σημαίνει ενώνομαι μ' ένα προσδιορισμένο περιβάλλον, η αναπηρία θα πρέπει να προσδιοριστεί ως διάρρηξη της ενσώματης σχέσης με τον κόσμο και ως επικοινωνιακή ρήξη με την κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει ένα σώμα που ορίζεται κοινωνικά όσον αφορά τις λειτουργίες του («συνηθισμένο σώμα») και ένα σώμα το οποίο εξαιτίας της ανεπάρκειάς του («νυν σώμα»), δηλαδή σε κατάσταση αναπηρίας, ορίζεται πάλι κοινωνικά αλλά δεν ανταποκρίνεται σ' αυτές τις λειτουργίες. Συνεπώς μπορεί η ανεπάρκεια του σώματος να βιώνεται προσωπικά, επειδή όμως αυτή ορίζεται κοινωνικά, μπορεί να υπερκαλυφθεί χωρίς ιδιαίτερο κόστος από το ‘‘συνηθισμένο σώμα'', ή από την εργασία του συλλογικού εργαζόμενου. Το σώμα θα πρέπει να νοείται, γράφει ο Μ. Μerleau-Ponty, «όχι μόνο σε μια στιγμιαία, πεπληρωμένη, ενική εμπειρία, αλλά επιπλέον σε μια διάσταση γενικότητας και ως απρόσωπο είναι» (Μerleau-Ponty 2004, σ. 139). Όταν μάλιστα ο βαθμός τρωτότητας των ατόμων στην ασθένεια, στις επιδημίες και στην εξάρτηση είναι συνάρτηση της κοινωνικής τάξης, του πολιτισμικού κεφαλαίου και των κοινωνικο-ταξικών έξεων, -όπως καταδεικνύουν εδώ και δεκαετίες κοινωνικο-επιδημιολογικές μελέτες-,15 με την έννοια ότι η έλλειψη πόρων σε συνδυασμό με την αδυναμία οργάνωσης της προσωπικής ζωής, καθίσταται τυπική για ολόκληρες ομάδες του πληθυσμού που έχουν συγκεκριμένη θέση στον καταμερισμό εργασίας (εργατικά και λαϊκά στρώματα), η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού έρχεται μάλλον να συγκαλύψει τις αιτίες που ευθύνονται για το φαινόμενο.

 

Από την άλλη, η φιλολογία που εκβάλλει στο ιδεολόγημα «δικαίωμα στη διαφορά» δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτή η διαφορά απορρέει από το γεγονός της διαφορικής πρόσβασης στην κοινωνία της (μισθωτής) εργασίας. Eφ' όσον το φυσικό αποδεσμευτεί από τον κοινωνικό, εύκολα στη συνέχεια μπορεί να επικαλύψει το κοινωνικό, προλειαίνοντας το έδαφος για μια μυθολογία που θα βασισθεί στην εξύμνηση ή στην απαξίωση πρωταρχικών (φυσικών) ιδιοτήτων, στις οποίες αποδίδεται αυτό που στην πραγματικότητα προκύπτει από τους θεσμούς της κοινωνίας.16 Έτσι αυτή η διαφορετική και άνιση θέση πρόσβασης στην εργασία που προσδίδει λειτουργικό περιεχόμενο στη μειονεξία, φυσιοποιείται, καθόσον εκλαμβάνεται ως «έμφυτη» ιδιότητα του ατόμου (ως διαφορά). Παρεμπιπτόντως το μεγαλύτερο μέρος των αναπηριών προκύπτει από επίκτητες περιστάσεις (κυρίως εργατικά και οδικά ατυχήματα). Αντίθετα, όταν υπάρχει έλλειψη εργατικής δύναμης στην αγορά εργασίας, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά σχετικοποιούνται, ενώ ακυρώνονται και (καταλοιπικές) πολιτισμικές πρακτικές αποκλεισμού. Eπομένως, δεν μπορεί να είναι η συγκεκριμένη μειονεξία αντικείμενο πολιτικών καταπολέμησης κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά η αγορά εργασίας που δεν ‘‘ανοίγει'' για να δεχτεί μέρος του «συλλογικού εργαζόμενου». Όπως και στην περίπτωση πρόσβασης στον αστικό χώρο ατόμων με ειδικές ανάγκες το πρόβλημα προσεγγίζεται από την πλευρά οργάνωσης και δόμησης του αστικού χώρου και όχι από την πλευρά του ατόμου με το μειονέκτημα έτσι και σ' αυτήν την περίπτωση ο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος είναι η αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας και της εργασίας.

 

Kάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τους ασθενείς. Επειδή η ασθένεια στην καπιταλιστική πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως απόκλιση από ανειλημμένους ή προσδοκώμενους ρόλους (T. Parsons)17, οι ασθενείς εννοούνται ως άτομα που αποκλίνουν και δεν μπορούν να ανταποκριθούν σ' αυτούς τους ρόλους. Kαθώς αυτοί εξαιτίας της ασθένειας παύουν να είναι λειτουργικοί,- (η υγεία ως απουσία ασθενείας)- και δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο του εργαζόμενου, κινδυνεύουν να εκπέσουν κοινωνικά. Παρόλο που η ασθένεια συνιστά ασυνέχεια και ρήξη της βιογραφίας, εφόσον το άτομο δεν ενταχτεί σε προγράμματα αποκατάστασης ή επανένταξης (θεραπεία, επαναπόκτηση δεξιοτήτων κ.ο.κ.) θεωρείται το ίδιο υπεύθυνο για την κατάσταση της υγείας του.18 Όπως και στην περίπτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες, αυτό που καθιστά τη θέση των ασθενών μειονεκτική είναι η (σχετική) αδυναμία τους να συμμετέχουν στην παραγωγική ζωή, δηλαδή να διασφαλίζουν την συντήρηση και την αναπαραγωγή τους. Βεβαίως η αναπαραγωγή του ατόμου στις καπιταλιστικές κοινωνίες είναι ιδιωτική υπόθεση, επομένως πάλι δεν μπορούμε να μιλούμε για αποκλεισμό. Οι άνισες ευκαιρίες ζωής και η άνιση πρόσβαση σε μέσα και πόρους που απορρέουν από άνισες ταξικές θέσεις συνιστούν όμως εγγενή κατάσταση στην κοινωνίας της μισθωτής εργασίας.

 

Παρόλα αυτά δεν σημαίνει ότι η οποιαδήποτε απόκλιση ή διαφορά με τις αντίστοιχες ταυτότητες που τις περιβάλλουν αδυνατούν να εκφραστούν στην καπιταλιστική κοινωνία. Ούτε η καπιταλιστική κοινωνία είναι από τη φύση της αντίθετη με μια αγορά ταυτοτήτων. Εξάλλου είναι ο ίδιος ο αστικός φιλελευθερισμός που ζητούσε επίμονα και τελικά επέβαλλε την ταυτότητα και την αναγνώριση των εμπορευμάτων (μεταξύ άλλων και της εργατικής δύναμης), αλλά και την ελεύθερη διακίνησή τους. Ακόμη και το αίτημα της ίσης μεταχείρισης των «αποκλεισμένων» ταυτοτήτων με αναφορά στην ασθένεια, το φύλο, τη φυλή κ.ο.κ. δεν είναι έξω από τη λογική του καπιταλισμού. Από την άλλη το κεφάλαιο στην προσπάθειά του να απορροφήσει ανθρώπους μέσα στην αγορά εργασίας και να τους αναγάγει σε ανταλλάξιμες μονάδες εργασίας, απογυμνωμένες από οποιαδήποτε ειδική ταυτότητα υπονομεύει εξω-οικονομικές διαφορές (φύλο, φυλή, απόκλιση κ.λπ.) για να τις διαλύσει μέσα στην «ισότητα». Συνεπώς οι έμφυλες διακρίσεις, ο κοινωνικός ρατσισμός, ο σεξισμός κ.λπ. δεν έχουν άμεση δομική σχέση με τον καπιταλισμό. Αντίθετα αυτές υπάρχουν και προβάλλονται επειδή συμβάλλουν στη συγκρότηση υποδεέστερων κοινωνικών ομάδων και ταυτοτήτων και δύνανται να επικαλύψουν την ταξική εκμετάλλευση παρέχοντας ιδεολογική κάλυψη στο υφιστάμενο σύστημα κοινωνικών σχέσεων. 19

 

Επομένως η άρση αποκλεισμών για ομάδες και ταυτότητες συμβάλλει τόσο στην λειτουργική ενσωμάτωση ομάδων του πληθυσμού όσο και στη νομιμοποίηση με πρόφαση τη διαφορά ή την ταυτότητα των κατακερματισμών του κοινωνικού σώματος. Βεβαίως σε συνθήκες κρίσης (κρίση υπερσυσσώρευσης), όπου το κεφάλαιο αναζητά κερδοφόρα πεδία επένδυσης, ο αποχαρακτηρισμός των δημόσιων αγαθών (υγεία, εκπαίδευση, ασφάλιση κ.λπ.) και η εκ νέου επορευματοποίηση πεδίων της κοινωνικής αναπαραγωγής φαίνεται πως δίνει χρόνο στο κεφάλαιο να ξεπεράσει την κρίση για να επανέλθει δυναμικά στο πρωτεύον κύκλωμα (άμεση παραγωγή και κατανάλωση) (D. Harvey). Οι επενδύσεις εδώ βασίζονται στη λογική της χρονικής μετάθεσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης, δηλαδή της αργίας και της απαξίωσης κεφαλαίων και εργατικής δύναμης που εμφανίστηκε στο πρωτεύον κύκλωμα (παραγωγή αγαθών που μένουν απούλητα). Κατά κάποιο τρόπο ο καπιταλισμός προσπαθεί να ξεπεράσει το χώρο με το χρόνο, αγοράζοντας για τον εαυτό του χρόνο μέσα στο χώρο που κατακτά (Harvey 1995:40). Ποσώς ενδιαφέρεται ο ατομικός καπιταλιστής αλλά και η τάξη των καπιταλιστών για την αναπαραγωγή της κοινωνίας ως ολότητας. Ως γνωστόν η διαδικασία αυτή αποτελούσε μια από τις κεντρικές λειτουργίες του κράτους («συλλογικός καπιταλιστής») στη μορφή του κράτους πρόνοιας (welfare state). Αφήνοντας στην άκρη τον αστικό ουμανισμό για την αξία της ανθρώπινης ζωής και την προστασία των αδυνάτων ο καπιταλισμός δεν διστάζει, (τη στιγμή που προβάλλει τη διαφορά ως συγκροτητικό στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας) να κόψει συντάξεις σε αναπήρους, να καταργήσει επιδόματα και διευκολύνσεις κ.λπ., μεταφέροντας ουσιαστικά πόρους από την κοινωνική αναπαραγωγή σε μερίδες του κεφαλαίου (όπως τραπεζιτικό κεφάλαιο κ.ά.).

 

O εξω-οικονομικός χαρακτήρας του κοινωνικού αποκλεισμού

Συνεπώς οι φερόμενες ως το αντικείμενο του κοινωνικού αποκλεισμού ομάδες του πληθυσμού επιτελούν αναγκαίες λειτουργίες και είναι πλήρως ενσωματωμένες στο αστικό-καπιταλιστικό σύστημα, άρα δεν ‘‘κινδυνεύουν'' να αποκλεισθούν κοινωνικά. Aς εξετάσουμε τώρα σύντομα σε ποιες ομάδες θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού.

 

Στο βαθμό που συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις προκύπτουν από την παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας μπορούμε να μιλήσουμε για αποκλεισμό. O αποκλεισμός θα περιέγραφε τότε την κατάσταση ομάδων ανθρώπων μ' ένα διαφορετικό στάτους που διαμορφώνεται νομικο-πολιτικά με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις (π.χ. έγκλειστοι «ολοπαγών ιδρυμάτων», φυλακών, ψυχιατρείων κ.ά.).20 O αποκλεισμός που παίρνει συχνά τη μορφή στιγματισμού διατηρεί όπως και στην προνεωτερική κοινωνία μια ηθική διάσταση, η οποία τον νομιμοποιεί. H ηθική νομιμοποίηση γι' αυτές τις πρακτικές αποκλεισμού, παρόλη την εκλογίκευση που χαρακτηρίζει το κοινωνικό πλαίσιο, φαίνεται να είναι πάντα απαραίτητη, γιατί φαινόμενα όπως η εγκληματικότητα, η ψυχική διαταραχή κ.λπ. προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό ως τέτοια από την κοινωνική αντίδραση, η οποία προσδιορίζει πότε μια πράξη είναι παραβατική και εγκληματική ή πότε μια συμπεριφορά είναι αντικοινωνική και χρήζει ψυχιατρικού ελέγχου και κατ' επέκταση κοινωνικού ελέγχου.21

 

Aν σήμερα μπορούμε να μιλήσουμε για κοινωνικό αποκλεισμό, αυτός αφορά ομάδες του πληθυσμού, οι οποίες στερούνται ή, τους έχουν αφαιρεθεί τα αστικά δικαιώματα και παρεμποδίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή από εξω-οικονομικούς παράγοντες, η πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας, στην κατανάλωση και αλλού. Μια τέτοια ομάδα θα ήταν λόγου χάρη οι ποινικοί κρατούμενοι. Πάλι όμως ο εξωγενής (νομικός) ως προς την οικονομική διαδικασία χαρακτήρας της πράξης αποκλεισμού τους σχετικοποιείται, καθόσον η ένταση πρακτικών εγκλεισμού φαίνεται να ακολουθεί διακυμάνσεις που εμφανίζονται στην αγορά εργασίας, μια δοκιμασμένη μέθοδο ελέγχου της ροής εργατικής δύναμης από την «κλασσική εποχή» της εγκάθειρξης.22 Tο ηθικό στοιχείο, με την έννοια ότι η πράξη αποκλεισμού (εγκλεισμός) επικυρώνεται ηθικά (όπως στις προνεωτερικές κοινωνίες) ή ότι ο εγκλεισμός λειτουργεί σωφρονιστικά, ενυπάρχει ως αξίωση, τουλάχιστον στην περίπτωση του παραβάτη ή του εγκληματία, αν όχι και σ' αυτή των ατόμων με ψυχικές διαταραχές.

 

Επομένως φαινόμενα που εμφανίζονται στη διαδικασία απόσπασης υπεραξίας όπως ανεργία, φτώχεια, εξαθλίωση κ.ο.κ. δε συνιστούν πράξεις αποκλεισμού, αφού εκφράζουν κεντρικές λειτουργίες του υφιστάμενου καταμερισμού εργασίας και καταστάσεις ζωής που έχουν γίνει τυπικές για μεγάλες ομάδες ατόμων (κοινωνικές τάξεις). Τα δε προγράμματα καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, περιορίζοντας την παρέμβασή τους στις συνέπειες αυτής της εξέλιξης, αφήνοντας στο απυρόβλητο το συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της εργασίας. Tότε όμως η ιδεολογία κατευθύνει την προσέγγιση που εδώ προκύπτει από την οπτική της συστημικής ενσωμάτωσης, γεγονός που προσφέρει την αντίστοιχη νομιμοποιητική βάση στις πολιτικές καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού. Kαταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού υπάρχουν στο βαθμό που εξω-οικονομικά χαρακτηριστικά (φύλο, εθνότητα, θρησκευτική ταυτότητα κ.λπ.) αποκτούν νομικο-πολιτικό περιεχόμενο, όπως συμβαίνει με τις νομοκατεστημένες τάξεις στη φεουδαρχία, τις κάστες στην ινδική κοινωνία, αλλά και τα καθεστώτα θεσμικού Apartheid, όπως ήταν η Νότια Αφρική, αλλά και οι ΗΠΑ. Εδώ δημιουργούνται τόποι κοινωνικού αποκλεισμού. Μ' αυτήν την έννοια ο κοινωνικός αποκλεισμός συνιστά ένα φαινόμενο των προκαπιταλιστικών (προνεωτερικών) κοινωνιών. Στις νεωτερικές-καπιταλιστικές κοινωνίες ο κοινωνικός δεσμός είναι οικονομικής φύσεως, επομένως δεν έχουν νόημα εξω-οικονομικές παρεμβάσεις ώστε να διαμορφώνονται πρακτικές και ζώνες αποκλεισμού. Βεβαίως η δομική αδιαφορία του καπιταλισμού προς εξω-οικονομικές καταστάσεις, τον καθιστά ιδιαίτερα ικανό να αναδεικνύει ή να παραμερίζει εξω-οικονομικές ανισότητες και κοινωνικές ταυτότητες και να τις εργαλειοποιεί, όπως γίνεται με το Παράδειγμα του κοινωνικού αποκλεισμού, συγκαλύπτοντας κατά αυτόν τον τρόπο την ταξική εκμετάλλευση.

 

Σημειώσεις:

1. Βoltanski/Chiapello 2003, σ. 382.

2. Στο ίδιο.

3. Σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική αναγνώριση και η επαγγελματική περηφάνια που απορρέουν από την κατοχή μιας θέσης στον τεχνικό (επαγγελματικό) καταμερισμό εργασίας είναι μορφή ηθικής ανταμοιβής και νομιμοποιεί ένα κοινωνικό καταμερισμό εργασίας με εξειδικεύσεις, αποειδικεύσεις και εκπτώσεις. Βλ. Moore 1984.

4. Bλ. και Weber 1997, σ. 142, και Srobel 1996, σ. 183.

5. Levitas 2004, σ. 222.

6. Wilson 1987.

7. Πβλ. και Ηäussermann/Kazepou 1996, σ. 347.

8. Lash 1996, σ. 233.

9. Μπάουμαν 2002, σ. 182.

10. Bauman 1992, σ. 50 κ.ε.

11. Μπάουμαν 2002, σ. 114.

12. Στο ίδιο, σ. 113.

13. Bλ. Offe 1993, σ. 65.

14. Herzlich/Pierret 1991, σ. 153

15. Τownsend/Davidson 1982.

16. Aντόρνο/Xόρκχαϊμερ 1987, σ. 39.

17. Gehrhardt 1991, σ. 118.

18. Bλ. και Milles 1998, σ. 379 κ.ε.

19. Μέικσινς Γουντ 1998, σ. 259, σ. 262.

20. Castel 1996, σ. 780.

21. Bλ. και Sack 1993, σ. 28.

22. Βλ. και Φουκώ χ.χ., σ. 57. Για την σχέση μεταξύ αγοράς εργασίας και αυξομοίωσης του αριθμού των φυλακισμένων στις H.Π.A. Wacquant 1997, σ. 58 κ.ε.

Βιβλιογραφία

Aντόρνο, T. /Xόρκαϊμερ,M., Kοινωνιολογία.Eισαγωγικά δοκίμια, Aθήνα 1987.

Boltanski, L.-Chiapello, E., Der neue Geist des Kapitalismus, Konstanz 2003.

Castel, R. «Nicht Exklusion sondern Desaffiliation. Ein Gespräch mit F. Ewald», Das Argument 217, 1996.

Gehrhardt, U., Gesellschaft und Gesundheit. Begründung der Medizinsoziologie, Frankfurt 1991.

Harvey, D. (1995), «Τα γεωπολιτικά του καπιταλισμού», στο: Γεωργούλη, Δ. (επιμ.), Κείμενα στη θεωρία και στην εφαρμογή του πολεοδομικού και του χωροταξικούσχεδιασμού, μτφ. Δ. Γεωργούλης, Αθήνα: Παπαζήση.

Herzlich, C./Pierret, J. «The Construction of a Social Phenomenon: AIDS in the French Press», αναφέρεται στο: Gehrhardt, U., Gesellschaft und Gesundheit. Begruendung der Medizinsoziologie, Frankfurt 1991.

Häussermann, H-Kazepou, Y. «Urban Poverty in Germany: A Comparative Analysis of the Poor in Stuttgart and Berlin», στο: E. Mingione (επιμ.), Urban Poverty and Underclass, Oxford 1996.

Φουκώ, M., H ιστορία της τρέλας, Aθήνα χ.χ.

Lash, S., «Feflexivität und ihre Doppelungen: Stuktur, Ästhetik und Gemeinschaft», στο: Beck, U./Giddens, A./Lash, S. (επιμ.), Reflexive Modernisierung. Eine Kontroverse, Frankfurt 1996.

Levitas, R. «Η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού και η νέα ντυρκεμιανή ηγεμονία», στο: Πετμεζίδου, Μ.-Παπαθεοδώρου, Χ. (επιμ.), Φτώχεια και Κοινωνικός Αποκλεισμός, Αθήνα 2004.

Μέικσινς-Γουντ, Ε., Η δημοκρατία ενάντια στον καπιταλισμό. Για μια ανανέωση του ιστορικού υλισμού, Αθήνα 1998.

Milles, D., «Die Physiologie als Grundlage ärztlicher Gutachten bei der Etablierung der deutschen Sozialversicherung», στο: Sarasin, Ph./Tanner, J. (επιμ.), Physiologie und industrielle Gesellschaft. Studien zur Verwissenschaftlichung des Körpers im 19. und 20. Jahrhundert, Frankfurt 1998.

Moore, Β., Ungerechtigkeit. Die sozialen Ursachen von Unterordnung und Wiederstand, Frankfurt 1984.

Mπάουμαν, Ζ., Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι, Αθήνα 2002.

Bauman, Z., Intimations of Postmodernity, London-New York 1992.

Offe, C., Κοινωνία της εργασίας; Αθήνα 1993.

Sack, F., «Strafrechtliche Kontrolle und Sοzialdisziplinierung», στο: Frehsee, D./Loschper, G./Schumann,K.-F.(επιμ.), Strafrecht, soziale Kontrolle, soziale Disziplinierung, Opladen 1993.

Srobel, P. «From poverty to exclusion: a wage-earning society or a society of human rights;», UNESCO: ISSI 148, 1996.

Townsend, P.-Davidson, N., Ιnequalities in Health: the Black Report, Harmondsworth 1982.

Wacquant, L.-D., «Vom wohltätigen Staat zum strafenden Staat: über den politischen Umgang mit dem Elend in Amerika» Leviathan 25, 1997.

Weber, M., Εθνοτικές και Πολιτικές κοινότητες, Αθήνα 1997.

Wilson, W.-J., The Truly Disadvantaged: the inner city, the underclass, and public policy, Chicago 1987.

(Ανακοίνωση στην ημερίδα του Συνδέσμου Ειδικής Αγωγής στις 26 Ιουνίου 2010 στην Αθήνα)

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τεύχος 95/2010

 


09/03/2011
Πηγή: alfavita.gr