Οικονομικά Νέα

To χρονικό διάστημα που πέρασε από την έναρξη της διεθνούς κρίσης «απέδειξε αυτό που υποστηρίξαμε από την αρχή: ότι οι ελληνικές τράπεζες ήταν σε πολύ καλύτερη θέση να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κρίσης από τις τράπεζες των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών», υπογραμμίζει ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Νίκος Νανόπουλος σε αποκλειστική συνέντευξή του στην Οικονομική. Όπως ξεκαθαρίζει, η σταδιακή βελτίωση των συνθηκών περιορίζει την ανάγκη χρήσης του πακέτου των 28 δισ. ευρώ και η επαναλειτουργία των αγορών δημιουργεί και πάλι εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης με όρους αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό η Eurobank, πρώτη από τις ελληνικές τράπεζες, «άνοιξε» και πάλι την πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές με διεθνή ομολογιακή έκδοση χωρίς την εγγύηση του δημοσίου, ύψους 500 εκατ. ευρώ. Σχετικά με την κερδοφορία ο Ν. Νανόπουλος εκτιμά ότι από τα μέσα του έτους θα επανέλθουν οι ικανοποιητικοί ρυθμοί κερδοφορίας.

Το έως τώρα αναπτυξιακό πρότυπο της ελληνικής οικονομίας που στηρίχθηκε στην οικοδομή, στην ιδιωτική κατανάλωση με δανεικά, με μεγάλο κόστος έχει τελειώσει. Έχασε την προωθητική του ορμή. Χρειαζόμαστε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο, όραμα λένε όλοι. Πού πρέπει να βασιστεί αυτό; Ποιοι πρέπει να είναι οι βασικοί άξονές του κατά την άποψή σας;

Συμφωνούμε απόλυτα. Πιστεύω ότι πρέπει να διαμορφώσουμε και να συνταχθούμε σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο, καλύτερα προσαρμοσμένο στο νέο περιβάλλον που θα αναδυθεί, με βάση τα διδάγματα της κρίσης, τις δυνατότητες και ικανότητες της χώρας και τις αναπτυξιακές της ανάγκες. Ίσως η κρίση αποδειχθεί ότι λειτουργεί ως καταλύτης αναγκαίων εξελίξεων και ανατροπών που, υπό άλλες συνθήκες, θα έπαιρναν χρόνο ή θα συναντούσαν αγκυλώσεις και δυσκαμψίες τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε ανθρώπινο.

«Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα επισφαλή δάνεια τείνουν να αυξηθούν. Πιστεύουμε ότι η τάση αυτή θα παραμείνει σε ελεγχόμενα και διαχειρίσιμα πλαίσια και ο ρόλος των τραπεζών σε αυτό είναι κρίσιμος», εκτιμά ο Νίκος Νανόπουλος.

Πιστεύω σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο που θα στηριχθεί πλέον συνειδητά και ουσιαστικά στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, στην αναβάθμιση και τον ποιοτικό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του παραγωγικού της δυναμικού και κυρίως στην περαιτέρω βελτίωση των δεξιοτήτων και ικανοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, μέσω της στοχευμένης και σύγχρονης εκπαίδευσης. Ένα τέτοιο μοντέλο θα πρέπει πλέον να είναι, ανοικτά και χωρίς «ενοχές», προσανατολισμένο στην τόνωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και επιχειρηματικότητας, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την επέκταση και ενίσχυση των τομέων που αναδεικνύουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας, την κατοχύρωση της ικανότητάς μας να παράγουμε εγχώρια προστιθέμενη αξία και να εξάγουμε ποιοτικά και ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Φυσικά, όλα αυτά απαιτούν ένα διαφορετικό δημόσιο τομέα, μικρότερο σε μέγεθος, ορθολογικό στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, ανταποδοτικό στις υπηρεσίες και αποτελεσματικό στο ρόλο του, όχι ως φορέα οικονομικής δραστηριότητας, αλλά ως καταλύτη υποστήριξης για την ανάπτυξη μιας υγιούς επιχειρηματικής δράσης.

Η ενίσχυση των έργων υποδομής διαφόρων τύπων, που βοηθούν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, είναι απόλυτα απαραίτητη. Πώς μπορείς να έχεις οποιαδήποτε παραγωγή, αναπτυγμένο τουρισμό, χωρίς πολύ καλές υποδομές; Πώς μπορείς να έχεις εμπόριο χωρίς να έχεις σύγχρονους οδικούς άξονες, τηλεπικοινωνίες ή ενέργεια; Η ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας και επενδύσεων που συνδέονται με το περιβάλλον είναι επίσης δυνατότητες με ισχυρές προοπτικές. Τα εργαλεία υπάρχουν, ο επιχειρηματικός δυναμισμός υπάρχει, ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας και κατάρτισης επίσης υπάρχει. Για παράδειγμα, οι επενδύσεις με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ ή την αυτοχρηματοδότηση με τη συμμετοχή κυρίως του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος θα αναλάβει το κύριο βάρος της ανάπτυξης των υποδομών αυτών, είναι ένα πολύ σύγχρονο μοντέλο. Το έχουμε θεσμοθετήσει, άρα υπάρχει η βάση για να το προχωρήσουμε. Στη Eurobank κάναμε το πρώτο αποφασιστικό βήμα χρηματοδοτώντας το πρώτο έργο ΣΔΙΤ μαζί με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Έτσι «σπάσαμε το ρόδι» και μπορούμε να ξεκινήσουμε αυτήν την πορεία. Όλα αυτά μαζί μπορούν να υποστηρίξουν τον προσανατολισμό μας σε ένα νέο, πιο παραγωγικό και πιο σύγχρονο μοντέλο ανάπτυξης.

Σ' αυτό το νέο παραγωγικό μοντέλο που περιγράφετε ποιος θα είναι ο νέος ρόλος των τραπεζών;

Οι τράπεζες, ιστορικά και διαχρονικά, παίζουν ρόλο-κλειδί στην αναπτυξιακή διαδικασία και τη λειτουργία της οικονομίας και έχουν αποδείξει ότι αυτόν το ρόλο τον παίζουν με δυναμισμό, αποτελεσματικότητα και αίσθημα ευθύνης απέναντι στους πολίτες. Βεβαίως, έχουν γίνει λάθη, ενδεχομένως και κάποιες υπερβολές, συνδεδεμένες όμως με τη ραγδαία ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος.

Ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, όπως αυτό που ανέφερα, απαιτεί έναν ακόμη πιο αναβαθμισμένο ρόλο για τις τράπεζες, που ενσωματώνοντας δημιουργικά και τα διδάγματα της κρίσης, είναι ικανές να προσφέρουν εκτός από χρηματοδότηση, τεχνογνωσία, σύγχρονα χρηματοοικονομικά εργαλεία, διεθνείς προσβάσεις, συμβουλευτικές υπηρεσίες τόσο προς τον ιδιωτικό όσο όμως και προς το δημόσιο τομέα.

Οι τράπεζες, έτσι όπως είναι τα μεγέθη τους, θα μπορέσουν να παίξουν αυτόν το νέο ρόλο ή θα πρέπει να γίνουν συγκεντρώσεις;

Αυτό είναι μια προοπτική, ένα σενάριο, το οποίο συνεχώς συζητείται, αναλύεται και επεξεργάζεται, αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια περίπου δεν έχουν γίνει πολύ μεγάλες κινήσεις σε αυτόν τον τομέα. Όλα τα σενάρια είναι πιθανά. Ίσως σε ένα πιο ασφαλές περιβάλλον, με πιο ξεκάθαρα δεδομένα, όταν βγούμε από τη σημερινή κρίση, να είναι κάπως πιο κατάλληλη η στιγμή για να αντιμετωπίσει κανείς αυτή την προοπτική. Αυτό δεν αποκλείεται, αλλά ανεξαρτήτως αν γίνουν ή δεν γίνουν οι συγκεντρώσεις, πιστεύω ότι ο ρόλος και οι προτεραιότητες των τραπεζών θα είναι αρκετά διαφορετικές απ' ό,τι ήταν στο παρελθόν, πάνω στις βάσεις τις οποίες συζητήσαμε προηγουμένως.

Εσείς, ως Eurobank, σε μια τέτοια διαδικασία συγκέντρωσης του κλάδου, αγορών-συγχωνεύσεων-συνεργασιών θα παίζατε πρωταγωνιστικό ρόλο;

Εμείς θα κάνουμε πάντα τις κινήσεις αυτές τις οποίες κρίνουμε ότι είναι προς το συμφέρον των πελατών μας, των μετόχων μας και του προσωπικού μας, διασφαλίζοντας παράλληλα τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης για τον οργανισμό μας.

Μια προσωπική ερώτηση. Εσείς, ως μάνατζερ, ως επικεφαλής της τράπεζας, ποιους στόχους βάζετε για την τράπεζα στο ορατό μέλλον;

Οι στόχοι είναι πολυσήμαντοι, δεν είναι μονόπλευροι. Στις σημερινές συνθήκες κρίσης, στόχος μου είναι η όσο δυνατόν καλύτερη θωράκιση του οργανισμού μας, και η όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη αντιμετώπιση των συνεπειών της συγκυρίας προς όφελος των πελατών μας, των μετόχων και του προσωπικού μας. Πέραν αυτών, παραμένω δεσμευμένος στους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους του ομίλου μας. Μια στρατηγική που υπαγορεύει την προσήλωση σε μια προοπτική ανάπτυξης με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιφέρεια, όπου φιλοδοξούμε να έχουμε ηγετική παρουσία. Θέλουμε να είμαστε μια τράπεζα πρώτης προτίμησης, μια τράπεζα αναφοράς για την ποιότητα και τεχνογνωσία των προϊόντων και υπηρεσιών μας και για την αρτιότητα της εξυπηρέτησης που προσφέρουμε, ανταποκρινόμενοι στις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες των πελατών μας. Λειτουργούμε με γνώμονα και συγκεράζουμε τα συμφέροντα των πελατών μας, του προσωπικού μας και των μετόχων μας. Ένας τέτοιος οργανισμός οφείλει να είναι κοινωνικά ευαίσθητος και υπεύθυνος, να είναι φορέας ανάπτυξης και φορέας αξιών και αρχών με θετικό και δημιουργικό ρόλο στην ελληνική οικονομία και την ελληνική κοινωνία.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο στο τεύχος Ιουνίου, σελ. 30

Πηγή: Οικονομική Επιθεώρηση Economia www.economia.gr/