Επιλογές

Η «Διαθεματικότητα» και η αποδόμηση της γνώσης

  • Νοε 30, 2016

Την τελευταία 15ετία έχει εισαχθεί μέσα από τις προτάσεις του πρώην Π.Ι. και αργότερα του Ι.Ε.Π. η έννοια της «διαθεματικότητας» στα Αναλυτικά Προγράμματα Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και μέσω αυτής έγινε προσπάθεια να ανατραπεί το αντικείμενο και η μέθοδος των επιστημονικών γνώσεων στο σχολείο.

Η έννοια της «διαθεματικότητας» προσεγγίστηκε με διαφορετικούς τρόπους, δεν έχει σαφές περιεχόμενό και είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή με επιστημολογικούς και παιδαγωγικούς όρους.

Με τη «διαθεματικότητα» συγχέονται τα αντικείμενα και οι μέθοδοι των διαφορετικών επιστημών. Οι θεμελιώδεις έννοιες, ύλη, κίνηση, χώρος, χρόνος, αναγκαιότητα, αιτιότητα και άλλες, ενώ είναι φιλοσοφικές-ερμηνευτικές αντιμετωπίζονται ως γενικές-συνδετικές (απλοϊκά) σε κάθε επιστημονικό και γνωστικό πεδίο, χωρίς να διδάσκεται το επιστημολογικό και διεπιστημονικό τους περιεχόμενο. Στην ουσία γίνονται λογικές συγκρίσεις εναλλακτικά με στόχο την ενιαιοποίηση των γνώσεων, πράγμα άκυρο και αδύνατο για το σύνολο των επιστημών. Υποθέτουμε και διαφαίνεται από τα αποτελέσματα ότι η έννοια της «διαθεματικότητας» σηματοδοτεί περιοχές γνωστικών πεδίων με μορφή κλειστών τεχνικών μεθόδων και εφαρμογών, έτοιμων λύσεων και απαντήσεων. Τα επιστημονικά πεδία συγκροτούνται σε θεματικούς κύκλους αυθαίρετα, χωρίς επιστημονικά κριτήρια,  οι οποίοι έχουν μερική επιστημονική εγκυρότητα, χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα και κινητικότητα πληροφοριών επιλεκτικά και εναλλακτικά.

Η «διαθεματικότητα» υπερασπίζεται την πολυτροπική προσέγγιση του κόσμου και τη λεγόμενη ολιστική διάταξη που θα εξηγήσει καλύτερα στους μαθητές ή θα είναι πιο ευχάριστη ως γνώση. Ακυρώνεται η συστηματική προσέγγιση των επιστημονικών γνώσεων ως ενότητες Φυσικών, Κοινωνικών - Ανθρωπιστικών και Μαθηματικών-Πληροφορικών Επιστημών. Δεν συγκροτείται η επιστημονική γνώση ως ερμηνευτική διαδικασία μέσω των ενοτήτων μιας επιστήμης και δεν κατοχυρώνεται η διακριτότητα των επιστημών κατά τη διδασκαλία στο αντικείμενο και στη μέθοδο. Το κάθε ξεχωριστό μάθημα δε γίνεται αντικείμενο ολοκληρωμένης διδασκαλίας γιατί η ταξινόμηση και η διαίρεση των αντικειμένων δεν διέπεται από θεωρητικές και μεθοδολογικές αρχές που να εξυπηρετούν τη μάθηση και τη γνώση.  Αυτές οι μεθοδολογικές αρχές είναι η γενική και ειδική γνώση πράγμα που σημαίνει ότι το κάθε μάθημα ξεχωριστά διδάσκεται 1) με μια ιστορική εισαγωγή στο αντικείμενο 2) με θεμελιώδεις έννοιες και αρχές της διδασκόμενης επιστήμης 3) με διάταξη των διδακτικών ενοτήτων από το γενικό προς το ειδικό και 4) με επεξεργασία της γενικής θεωρητικής αρχής σε σύνδεση με την ειδική ανάλυση του αντικειμένου, όπως π.χ. στα μαθηματικά η σύνδεση του θεωρήματος με την απόδειξη.

Η αποσπασματικότητα και η διαίρεση της επιστημονικής γνώσης σε θεματικούς κύκλους συνδέεται με τη διαμόρφωση θεματικών ερωτήσεων, που έχουν εντελώς εσφαλμένη διάταξη και χρησιμοποιούνται κατά κόρον στα σχολικά βιβλία. Οι ερωτήσεις αυτές οδηγούν σε έτοιμες απαντήσεις και σταδιακά το μάθημα μετατρέπεται σε σύνολο ερωτήσεων και όχι σε θεωρητικά και πρακτικά μέρη απόδειξης του επιστημονικού περιεχομένου. Η πληθώρα δε των ερωτήσεων οδηγεί το μαθητή σε απομνημονευτικές διαδικασίες και σε περαιτέρω φροντιστηριοποίηση του σχολείου. Η όλη προσέγγιση έχει σχέση με την «τράπεζα» θεμάτων, η οποία συμπληρώνει την «διαθεματικότητα». Ένα άλλο άμεσο αποτέλεσμα της «τράπεζας» θεμάτων είναι η διαμόρφωση μιας μεθοδολογίας και επιστημονικής επεξεργασίας, η οποία είναι ξένη προς τον καθηγητή και αμφιβόλου ποιότητας, λειτουργεί δε φορμαλιστικά  και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες.   

Οι ερωτήσεις προς τους μαθητές πρέπει να εντάσσονται λειτουργικά στο σύστημα της διδασκαλίας και της μάθησης. Η ερώτηση συνδέεται με την κάθε ενότητα πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν γενικές μεθοδολογικές ερωτήσεις, ειδικές ερωτήσεις, ερωτήσεις κρίσης και γνώσης. Αν θέλουμε να σταθούμε πραγματικά στο αντικείμενο της μάθησης οι ερωτήσεις πρέπει να συνδιαμορφώνονται σύμφωνα με το επίπεδο του μαθήματος( μέθοδο και ερευνητικό πλαίσιο που ακολουθεί) και το επίπεδο των μαθητών. 

Η «διαθεματικότητα» αυξάνει τη δυνατότητα να μετατραπεί το περιεχόμενο της μάθησης και της γνώσης σε αποθηκευμένες πληροφορίες οι οποίες να διαμορφώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι συμβατές με τον ηλεκτρονικό, πληροφοριακό τρόπο προσφοράς του υλικού. Αυτό σημαίνει ότι το αποθηκευμένο υλικό εγκλωβίζεται  σε θύλακες ερωτήσεων και απαντήσεων, οι οποίες γίνονται αντικείμενα μαθησιακής διαδικασίας χωρίς περαιτέρω επεξεργασία ερμηνευτική και διανοητική από τους μαθητές. Η δυσκολία κατανόησης και ερμηνείας του υλικού είναι φανερή και είναι αδύνατο να οδηγήσει στην ιστορική, ορθολογική και κριτική σκέψη.      

Η αποκορύφωση του δράματος είναι η επιβολή του μαθήματος «Ερευνητική Εργασία (project)» το οποίο αποτελεί μια άλλη όψη της αποδόμησης της συστηματικής γνώσης και επιλεκτικής χρήσης των πληροφοριών.  Θυμίζουμε δε ότι η συμπύκνωση της λογικής της «διαθεματικότητας» εκφράστηκε μέσω της   κατασκευής του μαθήματος «Πολιτική Παιδεία». Συνέπεια όλων αυτών είναι η διάλυση των ειδικοτήτων.  

Είναι καιρός το Υπουργείο Παιδείας να κατανοήσει το αδιέξοδο αυτών των προτάσεων και να προσεγγίσει με επιστημονικά και μεθοδολογικά κριτήρια το περιεχόμενο των Αναλυτικών Προγραμμάτων σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς φορείς.

Τέντες Παντελής

Οικονομολόγος, Σχολικός Σύμβουλος, Πρόεδρος της Ένωσης Οικονομολόγων

Τουλίατος Σπύρος

Ιστορικός, Οργανωτικός Γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων

Top
Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τον ιστότοπό μας. Συνεχίζοντας τη χρήση αυτού του ιστότοπου, δίνετε τη συγκατάθεσή σας για τη χρήση των cookies. More details…