Επιλογές

«Η επίδραση της διδασκαλίας της Οικονομικής Επιστήμης, ως διακριτού και αυτοτελούς επιστημονικού αντικειμένου στο Λύκειο, στη μόρφωση και τη γνώση»

  • Μαϊ 04, 2018

Εδώ και κάποια χρόνια(ΔΕΠΠΣ-2000) επιχειρείται η θεματική οργάνωση των Αναλυτικών Προγραμμάτων που στην ουσία οδηγούν σε αλλαγή παραδείγματος για το σχολείο.

Σχεδιάζεται, σύμφωνα με τον Σ. Αλαχιώτη, η αναθεώρηση του εκπαιδευτικού συστήματος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης το γενικό πλαίσιο της οποίας χαρακτηρίζεται από δύο κυρίως παραμέτρους. Την ισόρροπη κάθετη κατανομή της διδακτέας ύλης από τάξη σε τάξη, ένα νέο δηλαδή Ενιαίο Πλαίσιο Προγραµµάτων Σπουδών χωρίς άχρηστες επικαλύψεις και πρωθύστερα και την εφικτή οριζόντια διασύνδεση των Αναλυτικών Προγραµµάτων Σπουδών (Α.Π.Σ.) των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων, παράµετρος που τιτλοδοτήθηκε ως «διαθεµατική προσέγγιση». Δεν καταργείται η αυτονομία των μαθημάτων, τα οποία ωστόσο δικτυώνονται µε βασικές διαθεματικές έννοιες και δραστηριότητες µε τέτοιο τρόπο ώστε να προβάλλεται η «παράµετρος της διαθεµατικότητας» στη σχολική πράξη.

Με τη διαθεµατικότητα συνεχίζει ο Σ. Αλαχιώτης αναπροσαρμόζονται οι στόχοι και μέθοδοι διδασκαλίας, ενώ δομείται ανάλογα και το περιεχόμενο των μαθημάτων στη βάση µιας ισόρροπης κάθετης και οριζόντιας κατανομής της διδασκόμενης ύλης.

Η πρόταση αυτή καταργεί σε μεγάλο βαθμό τη σχέση του μαθητή με τη μάθηση, το στοχασμό και τη γνώση, τη συνείδηση, τη κατανόηση και  τη συλλογικότητα. Το «Νέο σχολείο» δεν περιλαμβάνει  νέες αρχές και σκοπούς της εκπαίδευσης, αλλά   διαμορφώνει ένα σύστημα διεκπεραίωσης και αναπαραγωγής της πληροφορίας, όπου το άτομο πρέπει να είναι συμβατό με:

την επιλεκτικότητα, που σημαίνει ελευθερία επιλογής σε προκαθορισμένα γνωστικά αντικείμενα, θεματικά προσδιορισμένα με τη μορφή διδακτικών ενοτήτων  και λυμένων θεμάτων. Στην πραγματικότητα καταργείται η καθολική σκέψη και επιστημονική μεθοδολογία  και ενισχύεται η αντίληψη ότι η διδασκαλία  προωθείται με διοικητικές εντολές.

Την  εναλλακτικότητα που εκδηλώνεται ως ένας εθισμός στην αντίληψη της πιθανής ή ενδεχόμενης ισοδυναμίας των γνωστικών αντικειμένων ή διδακτικών ενοτήτων για την παραπέρα πορεία του μαθητή. Ισοδυναμία των αντικειμένων στην κοινωνική πραγματικότητα δεν υπάρχει, παρά μόνο η ποικιλομορφία, η πολυμορφία και η συνθετική διαδικασία.

Το «νέο σχολείο» χαρακτηρίζεται επίσης από αποσπασματικότητα της γνώσης, διεκπεραίωση και διαχείριση της πληροφορίας, χρήση μόνο της τεχνολογίας σε αντίθεση με τη σκέψη και το στοχασμό

Οι στόχοι του προγράμματος σπουδών,  χαρακτηρίζονται από απροσδιοριστία και μεγάλη ασάφεια. Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του "νέου σχολείου" είναι η αντίληψη ότι καθοριστικό ρόλο παίζει η διαχείριση και επεξεργασία του μέσου και του τρόπου διδασκαλίας. Αυτό εκδηλώνεται με τεχνικές και μεθόδους διδασκαλίας και επικοινωνιακές-βιωματικές  πρακτικές, που απορροφούν το σκοπό και το περιεχόμενο, το οποίο παραμένει το ίδιο καταναγκαστικό με το παρελθόν χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητείται. Οι στόχοι του προγράμματος σπουδών δεν ασχολούνται καθόλου με το αντικείμενο των επιστημών που θα διδαχθούν (εννοιολογικά, μεθοδολογικά και ερμηνευτικά), τη μόρφωση, τη γνώση και την απελευθέρωση της σκέψης.

Στη βάση της διαθεματικής προσέγγισης πραγματοποιείται σταδιακά η ενοποίηση ταύτιση των επιστημονικών αντικειμένων, η οποία οδηγεί και στην ενοποίηση των ειδικοτήτων των εκπαιδευτικών. Η προσέγγιση αυτή καταργεί τη διακριτότητα-αυτοτέλεια των επιστημονικών αντικειμένων και οδηγεί  στην κατάργηση των λειτουργικών διαδικασιών της διδασκαλίας, οι οποίες  μπορούν να εξυπηρετήσουν τη γνώση και τη μάθηση.

Η κατάργηση της διακριτότητας-αυτοτέλειας των επιστημών εξυπηρετεί στην πραγματικότητα την ιδεολογική χειραγώγηση του μαθητή και τη χειραγώγηση και παραπέρα εξάρτηση του καθηγητή του οποίου ο ρόλος στη διαδικασία της μάθησης αλλάζει και από δημιουργός αξιών, ιδεών και γνώσεων, που ανταλλάσσει με τους μαθητές, μετατρέπεται σε διεκπεραιωτή και αναπαραγωγό έτοιμων προγραμμάτων.

Α. Προπομπός της κατάργησης της αντιστοιχίας επιστήμης και μαθήματος είναι η ένταξη στο Ωρολόγιο Πρόγραμμα Λυκείου του Project. Αυτό προωθεί την αποσπασματική γνώση, γιατί αποκόπτεται από το εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο των επιστημών και συνδέεται αποκλειστικά με τις άμεσες εφαρμογές, τις μετρήσεις, τις στατιστικές, τις ταξινομήσεις, τις συγκρίσεις και τα αποτελέσματα. Διαμορφώνει μια συμβολική διάταξη γνώσεων και πληροφοριών, που οδηγεί το μαθητή στην αναπαραγωγή και απομνημόνευση έτοιμων λύσεων.

οι συμμετέχοντες πλησιάζουν μεταξύ  τους και επικοινωνούν στη βάση πρακτικών λύσεων και αποτελεσμάτων που ευνοούν ατομικές ή συλλογικές εφαρμογές, την αγορά (ευρεσιτεχνίες, καινοτομίες) και συνδέονται με την επιχειρηματικότητα. Η εκπαιδευτική διαδικασία υποτάσσεται  στις συνθήκες του ανταγωνισμού, της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και αποκλειστικά του κέρδους. Με αυτή τη λογική δεν μπορεί να λειτουργήσει η διαδικασία της παραγωγής και της ανταλλαγής που είναι μια κοινωνική δραστηριότητα.

Αναδύονται μέσα από το πρόγραμμα του project,  πλευρές παρουσίασης διαφορετικών επιστημονικών αντικειμένων και μορφές οι οποίες έχουν αμφίβολη χρησιμότητα στο σχολείο. Αυτές οι μορφές είναι: μεταφορά ολοκληρωμένης επιστημονικής γνώσης, εκλαϊκευμένη επιστήμη, δημοσιογραφική προσέγγιση πλευρών επιστημονικής έρευνας και των αποτελεσμάτων ή εφαρμογών της, ερμηνείες νέων αντικειμένων και πληροφοριών των επιστημών, αναπαραγωγή μιας ερμηνείας, μεθόδου ή ενός πειράματος. Όλα αυτά μαζί προσφέρονται ξαφνικά στους μαθητές ως βιβλιογραφικό και πειραματικό υλικό για να το αναπαράγουν, να το αντιγράψουν, να το εμπλουτίσουν ή φαντασιακά να σχεδιάσουν έρευνα.

Επιπλέον το Project προτάσσει τις βιωματικές και εμπειρικές διαστάσεις, το δημιουργικό παιχνίδι, χωρίς κοινωνικό και επιστημονικό στόχο. Έτσι αγνοείται ο επιστημολογικός, παιδαγωγικός, διδακτικός και κοινωνικός τρόπο της μάθησης και επιδιώκεται η επικέντρωση στον ψυχολογικό, που έχει ως αποτέλεσμα την προώθηση και την κυριαρχία της ομαδοσυνεργατικής και μαθητοκεντρικής διδασκαλίας και μάθησης. Οι θεωρίες αυτές δεν εφαρμόζονται πουθενά κατά αποκλειστικότητα, αλλά σε ένα μικρό μέρος της διδασκαλίας και πειραματικά. Δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε τη δοκιμασμένη διδασκαλία του καθηγητή, η οποία σταδιακά μπορεί να συνδυασθεί και με μορφές συνεργασίας των μαθητών. Διά αυτού του τρόπου διατηρείται η παιδαγωγική, επιστημονική και ψυχολογική ισορροπία των μαθητών, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να αντικατασταθεί μέχρι σήμερα η εμπειρία και η επιστημονική επάρκεια του καθηγητή.

Όμως το Project γίνεται σταδιακά, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, κεντρικός άξονας των προγραμμάτων σπουδών με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες.

Β. Το 2013 εντάσσεται στο ωρολόγιο πρόγραμμα του Λυκείου το μάθημα «Πολιτική Παιδεία» (Θεσμοί- Δίκαιο- Οικονομία). Είναι η πρώτη διαθεματική προσέγγιση προγράμματος σπουδών τριών διαφορετικών επιστημών με αποτέλεσμα να διαταράσσεται για πρώτη φορά η αντιστοιχία μαθήματος και επιστήμης και να ταυτίζονται τα αντικείμενα και οι μέθοδοι των επιστημονικών πεδίων.

Αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο κάθε διακριτού και αυτοτελούς μαθήματος αλλάζει (ακυρώνεται) και στη θέση του τοποθετούνται σύνολα πληροφοριών, περιοχές θεματικές, οι οποίες ανασύρονται αυθαίρετα και συνδέονται με συστήματα Project ή συστήματα πρακτικών εφαρμογών για την εύκολη χειραγώγηση της σκέψης και δράσης του νέου ατόμου.

Η Οικονομική Επιστήμη έχει αντικείμενο που προσδιορίζεται στην παραγωγή, ανταλλαγή και διανομή των αγαθών στην κοινωνία. Χρησιμοποιεί πρώτο μεθοδολογικά κριτήρια και αρχές προσέγγισης που περιέχουν εννοιολογικά και μεθοδολογικά σύνολα και δεύτερο μονάδες μέτρησης για τη μέτρηση των οικονομικών μεγεθών με εργαλεία τα Μαθηματικά μοντέλα, τη Συναρτησιακή Ανάλυση, την Οικονομετρία, τη Λογιστική κλπ. Είναι απαραίτητο να υπάρχουν μεθοδολογικές, θεωρητικές, επιστημονικές αρχές και κριτήρια συγκρότησης, οργάνωσης και δομής του περιεχομένου του κάθε μαθήματος που διδάσκεται στην Δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Μεθοδολογική αρχή σημαίνει αυτό που προσδιορίζουμε ως βάση και θεμέλιο κίνησης και λειτουργίας της οικονομίας, καθώς και της δυναμικής πορείας και εξέλιξή της. Μεθοδολογικές αρχές της οικονομικής επιστήμης στο σχολείο είναι για παράδειγμα:

  • ο άνθρωπος και η εργασία, η ατομική και συλλογική εργασία στη βάση του καταμερισμού της εργασίας.
  • η διαμόρφωση της τιμής του εμπορεύματος και του μισθού.
  • το κεφάλαιο ως κατηγορία συγκρότησης της οικονομικής μονάδας παραγωγής, ανταλλαγής, μεταφορών, διανομής και υπηρεσιών αγαθών.
  • το πρόβλημα του χρήματος και των συναλλαγών που έχει σχέση με το κεφάλαιο και τη λειτουργία του.
  • Η διαμόρφωση της αξίας του εμπορεύματος μέσα από την αξία της εργασίας και της ανταπόκρισης και ικανοποίησης των συνολικών αναγκών.
  • Η γέννηση και η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης η οποία γεννά την ανεργία, τη φτώχεια, την πτώση του εισοδήματος και την ψευδή διαμόρφωση του μισθού εργασίας.
  • η λειτουργία του δημόσιου χρέους και πως μέσα από την αύξηση του δημόσιου χρέους έχουμε μείωση των εισοδημάτων.
  • ο ρόλος του κεφαλαίου στη δημόσια επιχείρηση, πως και με ποιους όρους λειτουργεί σε σχέση με το ιδιωτικό.
  • Πως συνδέονται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, το τραπεζικό σύστημα και τα δημόσια έργα. Πως αναπτύσσονται τα κέρδη του τραπεζικού κεφαλαίου κ.α.  

Αυτό το αντικείμενο έχει περιορισμένη σχέση με το αντικείμενο της Κοινωνιολογίας, η οποία ασχολείται με την οργάνωση, τη δομή και τη λειτουργία  της κοινωνίας . Η κοινωνιολογία δεν μετράει εργασιακή δύναμη και οικονομικά μεγέθη, όπως κάνει η Οικονομική Επιστήμη, αλλά πολλές φορές χρησιμοποιεί τη στατιστική για να καταγράψει μεταβολές ομάδων και πληθυσμών. Υπάρχει βασική διαφοροποίηση στο αντικείμενο των δύο επιστημών μεταξύ τους. 

Φανταστείτε δε να προσθέσουμε την Πολιτική επιστήμη και το Δίκαιο, το οποίο  έχει ως αντικείμενο μελέτης το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων.  

Ο όρος «Πολιτική Παιδεία» μέσω του οποίου επιχειρείται να συγκροτηθεί μάθημα είναι επιστημονική διαστρέβλωση. Δεν υφίσταται τέτοιο επιστημονικό αντικείμενο.  Αυτό είναι μια παρέκκλιση επιστημονική, ιδεολογικού τύπου, που δημιουργεί Βεμπεριανό ιδεότυπο. Το επιστημονικό περιεχόμενο του συγκεκριμένου αντικειμένου ανάγεται τελικά στην πολιτική. Με το μάθημα αυτό έχουμε ως αποτέλεσμα: πρώτο τη διδασκαλία μιας επιλεκτικής θεματολογίας και όχι την ολοκληρωμένη κατανόηση των επιστημονικών αντικειμένων και δεύτερο την ένταση της αποσπασματικότητας  της παρεχόμενης γνώσης.

Μέσα από τη διδασκαλία του μαθήματος αυτού διαμορφώνεται ένας τύπος ανθρώπου ο οποίος αναπαράγει έτοιμες ηθικές εντολές και επιταγές, όπως καλός καταναλωτής στην αγορά, καλός φορολογούμενος, καλός λογιστής, καλός πολίτης, καλός ψηφοφόρος και χειριστής της εφαρμογής των νόμων.  Στην ουσία ο μαθητής θα είναι υποτακτικός, πειθήνιος, δεν θα διεκδικεί ένα πλαίσιο όρων μέσα στο οποίο μπορεί να αγωνίζεται για τα συμφέροντα του ατόμου και της πλειοψηφίας της κοινωνίας, τη γνώση και κατανόηση των ορίων εφαρμογής και εγκυρότητας των συνταγματικών ελευθεριών και των νόμων.

Η διαφορετική μεθοδολογική διάρθρωση των αντικειμένων και των μεθόδων των επιστημών που περιλαμβάνονται στο μάθημα «Πολιτική παιδεία» οδηγεί σε τεράστια προβλήματα στη διδασκαλία και επιπλέον οδηγεί σε αρνητικά αποτελέσματα σε μορφωτικό, διδακτικό, μαθησιακό και γνωστικό επίπεδο.

1) Σε μαθησιακό επίπεδο δημιουργείται σύγχυση, αφού υπάρχει αταξία και έλλειψη συστηματοποίησης των γνώσεων που διδάσκονται

2)Στο γνωστικό επίπεδο ο μαθητής καλείται να επεξεργαστεί αντικείμενα επιστημονικών γνώσεων που προέρχονται από διαφορετικές περιοχές της κοινωνικής πραγματικότητας για τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί διαφορετικές μέθοδοι έρευνας.

3)Το μορφωτικό αποτέλεσμα είναι ελλειμματικό γιατί δεν αλληλοεπιδρούν οι επιστήμες εννοιολογικά, ώστε η μία να βοηθάει την άλλη, αλλά τα αντικείμενα ταυτίζονται και διδάσκονται όλα από εκπαιδευτικό μίας ειδικότητας. Έτσι το οικονομικό αντικείμενο μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνιολογικό ή νομικό. Κυριαρχεί μια κοινωνιολογίζουσα προσέγγιση των οικονομικών και πολιτικών φαινομένων, που οδηγεί σε διαστρέβλωση του αντικειμένου και της διδασκαλίας τους.

Γ. Πρόσφατα άλλαξε και το αναλυτικό πρόγραμμα της Ιστορίας, η οποία γίνεται Θεματική Ιστορία με θεματικούς φακέλους στην οποία δίνεται έμφαση στην αφήγηση ηθικών στάσεων και βιωμάτων. Οι φάκελοι αποκτούν αυτονομία σε σχέση με το διδακτικό αντικείμενο και λειτουργούν ως διεκπεραίωση εντολών και εφαρμογών, ενώ καλλιεργείται η αυταπάτη ότι υπάρχει ελευθερία επιλογής. Τελικά η επιλογή θα γίνεται με τα έτοιμα θέματα των φακέλων που έχουν συγκεκριμένη μεθοδολογία και ερμηνεία. Η διαδικασία της θεματικότητας-διαθεματικότητας οδηγεί στη διάσπαση των  Προγραμμάτων.

Είναι γνωστό ότι οι Γενικοί Σκοποί του μαθήματος της Ιστορίας συνδέονται με το συνολικό περιεχόμενο της Ιστορίας  και κατευθύνονται στο ερώτημα, τι πραγματικά συνέβη στο παρελθόν και ποια είναι τα αντικειμενικά και αληθινά γεγονότα. Οι Γενικοί Σκοποί συνδέονται με τα γενικά και ειδικά ερωτήματα της Ιστορίας και της σύγχρονης κοινωνίας. Στο σχολείο πρέπει να διδάσκεται η Γενική Ιστορία η οποία να περιλαμβάνει όλες τις ιστορικές περιόδους.

Τελικά σκοπός της διδασκαλίας της Ιστορίας δεν μπορεί να είναι η αποδόμηση και η ιδεολογική κατασκευή της Ιστορίας  γιατί αποκλίνει από τη μάθηση και γνώση και οδηγεί στη σύγχυση, το χάος.

Δ. Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει για τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των «Θρησκευτικών», όπου ως νέοι σκοποί της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο Λύκειο αναδεικνύεται ο θρησκευτικός γραμματισμός και η κριτική θρησκευτικότητα. Με τον θρησκευτικό γραμματισμό,  ως ιδιαίτερο μέρος των πολυγραμματισμών, ο μαθητής αποκτά τη δεξιότητα της λειτουργικής χρήσης αναπαραστάσεων, εννοιών, κρίσεων, γενικεύσεων, σχημάτων, εικόνων, συμβόλων, επικοινωνιακών μέσων, αφηγήσεων, νοημάτων και σημασιών.

 

Με την κριτική θρησκευτικότητα καλλιεργείται  η ολιστική νοημοσύνη στην εκπαιδευτική διαδικασία, στην οποία συμμετέχουν νους και καρδιά και η οποία διαμορφώνει ανθρώπους με «ζωηρή επιθυμία» για δικαιοσύνη και δημοκρατία. Ο μαθητής πρέπει να πιστεύει κριτικά,  να έχει βασική πληροφόρηση και να ασκεί την κριτική σκέψη, να μπορεί να αποκωδικοποιεί τα στοιχεία,  που σχετίζονται με θρησκευτικά ζητήματα.

 

Όλα αυτά δείχνουν ότι πραγματοποιείται αλλαγή παραδείγματος στο σχολείο. Πρόκειται  για μια μετάβαση από το σχολείο της γνώσης, (το νοησιαρχικό σχολείο) στο σχολείο της ψυχικής ισορροπίας, της ρύθμισης του συναισθήματος, της άνθησης της εξάρτησης, του καταναγκασμού στην έκφραση και της ομοιομορφίας. Αποτέλεσμα της μετάβασης από την γνώση στην ισορροπία και στη διαχείριση είναι η λιγότερη γνώση και μάθηση και η έμφαση στις δεξιότητες.

Το σχολείο μέχρι πρόσφατα ήταν μεν αποσπασματικό αλλά συμβατικό, δηλαδή, παρείχε ολόκληρο το περιεχόμενο της γνώσης μιας επιστήμης (εναρμονισμένο με το ηλικιακό, νοητικό επίπεδο των μαθητών) με ατέλειες ή διαστρεβλώσεις θεωρητικές, μεθοδολογικές, ερμηνευτικές και ιδεολογικές και καλλιεργούσε ένα μεγάλο μέρος της γνώσης, το οποίο δεν απαιτούσε αντιστοίχιση με πρακτικές εφαρμογές, ήταν δηλαδή ένα περιεχόμενο συστηματικής επιστημονικής γνώσης, το οποίο διεκπεραιωνόταν μέσα από διακριτά- αυτοτελή μαθήματα επιστήμες. Υπήρχε, δηλαδή αντιστοιχία επιστήμης και μαθήματος.  

Σήμερα οδεύουμε σε ένα σχολείο πρακτικών εφαρμογών, δεξιοτήτων, ειδικότητας, μαθητείας και κατάρτισης, σε ένα σχολείο αποσπασματικό και εξαρτημένο από την οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξουσία σε ένα σχολείο που οδηγεί στην καταστροφή της μόρφωσης και της μη ολοκλήρωσης και απελευθέρωσης της προσωπικότητας του μαθητή.

Αν όπως λένε «η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση χαρακτηρίζεται από μια συγχώνευση των τεχνολογιών που θολώνει τις γραμμές μεταξύ της φυσικής, της ψηφιακής και της βιολογικής σφαίρας» (Κλάους Σβάμπ , πρόεδρος φόρουμ Νταβός) η φιγούρα του εργαζόμενου στο «έξυπνο εργοστάσιο» θα γίνεται αντιληπτή σαν μια ασώματη οντότητα χωρίς ψυχή, πλήρως ανιχνεύσιμη και μετρήσιμη;

Επανερχόμενος στις κοινωνικές επιστήμες θεωρώ ότι πρέπει να διδάσκονται μέσα από διαφορετικά διακριτά-αυτοτελή  μαθήματα γιατί:

  • Έχουν διαφορετικό αντικείμενο και μέθοδο, που σημαίνει ότι έχουν εννοιολογικά και μεθοδολογικά διαμορφωμένα ερωτήματα – προβλήματα, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά πεδία της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας.
  • Έχουν διαφορετικές αρχές και διαφορετικούς σκοπούς.
  • Τα διαφορετικά αντικείμενα και μέθοδοι πρέπει να διδάσκονται στον μαθητή ως ολοκληρωμένα επιστημονικά αντικείμενα. Να υπάρχει, δηλαδή, αντιστοιχία επιστήμης και μαθήματος, ώστε να μην υπάρχει σύγχυση, αταξία και έλλειψη συστηματοποίησης των γνώσεων που θα διδαχθούν οι μαθητές, που προκαλείται από την αυθαίρετη ενοποίηση ή ταύτιση των επιστημονικών αντικειμένων.

Κατόπιν αυτών γίνεται φανερό ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να συνεννοηθούμε είναι η διακριτότητα και αυτοτέλεια των μαθημάτων. Από αυτή τη θέση δεν υπάρχει υποχώρηση. Είναι ανάγκη τα  μαθήματα να είναι διακριτά-αυτοτελή και να διδάσκονται σε διαφορετικό και συγκεκριμένο ωράριο. Με βάση λοιπόν τη διακριτότητα των μαθημάτων πρέπει να διαμορφωθεί το νέο πρόγραμμα του Λυκείου.

Παντελής Τέντες
Οικονομολόγος, Σχολικός Σύμβουλος,
Πρόεδρος της Ένωσης Οικονομολόγων Εκπαιδευτικών
4-5-2018/ Ημερίδα Καλαμάτας

 

 

Top
Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τον ιστότοπό μας. Συνεχίζοντας τη χρήση αυτού του ιστότοπου, δίνετε τη συγκατάθεσή σας για τη χρήση των cookies. More details…