Επιλογές

«Πως ο Αφηγηματικός Λόγος της Λογοτεχνίας Ερμηνεύει τις Οικονομικές Συμπεριφορές»

  • Απρ 20, 2016

Το σχολείο ως θεσμός και οργανισμός έχει σκοπό τη μόρφωση, τη γνώση και τη μάθηση των ατόμων, που εντάσσονται στα προγράμματα σπουδών στις Ανθρωπιστικές, Κοινωνικές, Μαθηματικές, Φυσικές, Τεχνολογικές και Αισθητικές επιστήμες. Στο σχολείο τα διαφορετικά αντικείμενα και μέθοδοι πρέπει να διδάσκονται στον μαθητή ως ολοκληρωμένα επιστημονικά αντικείμενα, για να υπάρχει αντιστοιχία επιστήμης και μαθήματος, ώστε να κατοχυρώνεται η διακριτότητα του περιεχομένου και η αυτοτελής διδασκαλία τους.

Ως γνωστό η κάθε επιστήμη έχει διαφορετικό αντικείμενο και μέθοδο, που σημαίνει ότι θέτει εννοιολογικά και μεθοδολογικά διαμορφωμένα ερωτήματα – προβλήματα που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα-διαφορετικά πεδία της κοινωνικής πραγματικότητας.

Με βάση το επιστημονικό αντικείμενο που διδάσκεται ο Jean Piaget υποστηρίζει ότι «η διδασκαλία διερευνά τους στόχους της, αναζητά τους τρόπους με τους οποίους θα τους πετύχουμε και εξετάζει τις περιοχές εστίασης του ενδιαφέροντος μας». Η βέλτιστη οδός επίτευξης των διδακτικών στόχων ενός μαθήματος είναι διαμέσου της πρόκλησης και διατήρησης του ενδιαφέροντος των μαθητών που τους ωθεί να συμμετάσχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία.

 

Η αφήγηση, ως κυρίαρχη μορφή λόγου σε όλους τους πολιτισμούς, ανέκαθεν κατείχε πρωταρχική θέση στην ταξινόμηση και τη διδασκαλία των κειμένων.

Η αφήγηση είναι ένα είδος λόγου που χρησιμοποιείται σε ποικίλες περιστάσεις, που καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα της ανθρώπινης επικοινωνίας. Εξιστορήσεις προσωπικών περιστατικών,  επιστολογραφία, ειδησεογραφία, ιστορικές αφηγήσεις, κείμενα λογοτεχνικής εξιστόρησης κλπ., οργανώνονται με βάση τον αφηγηματικό λόγο.

Από την πλευρά της επικοινωνίας ανάμεσα στις κοινότητες υπάρχει μια θεμελιώδης  διάκριση μεταξύ αφηγηματικού και μη αφηγηματικού λόγου, που απαντάται σε όλες τις γλωσσικές κοινότητες και εκφράζει τους δύο διαφορετικούς θεμελιώδεις μηχανισμούς, τον αφηγηματικό και τον μη αφηγηματικό τρόπο που χρησιμοποιούμε για να οργανώσουμε τις γνώσεις, να περιγράψουμε και να κατανοήσουμε την εμπειρία μας και να διαμορφώσουμε κοσμοαντίληψη για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Οι ψυχολόγοι μιλούν για τον αφηγηματικό λόγο ως χαρακτηριστικό του ανθρώπου, τον οποίο διακρίνει η ικανότητα να εκφράζεται με τη μορφή του μύθου(Campbell 1988). O Bruner( 1991 )μιλά για τον αφηγηματικό τρόπο σκέψης, τον οποίο ορίζει ως το είδος της σκέψης που προσδίδει οργάνωση στις εμπειρίες μας, δηλαδή στα γεγονότα και στη σχέση μας με αυτά, και νόημα στην κοινωνική πραγματικότητα αφηγηματοποιώντας την ανθρώπινη δράση. Κατά τον Fischer ( 1987 ) η αφηγηματικοποίηση αποτελεί φυσική ανάγκη του ανθρώπου που συμβάλλει στην ταξινόμηση των εμπειριών και στη μετάβαση από την ατομική στην κοινή εμπειρία.

Αντίθετα, ο μη-αφηγηματικός λόγος επικεντρώνεται, όχι στο τι έγινε, αλλά στο πώς είναι ή πρέπει να είναι κάτι. Χρησιμοποιείται για τη διατύπωση γενικεύσεων και αξιολογήσεων, για την περιγραφή απόψεων, ιδεών και επιχειρημάτων με σαφή αξιολόγηση, που δε βασίζεται στη χρονική περιγραφή των γεγονότων αλλά στην  ορθολογική, την απόδειξη και την εξήγηση.

Στον αφηγηματικό λόγο τα γεγονότα οργανώνονται γύρω από έναν άξονα χρονικής αλληλουχίας και χρησιμοποιούνται συστήματα χρονικής και προσωπικής ανάδειξης με βασικό οργανωτικό ζητούμενο την επίτευξη της πλοκής.

Η πλοκή δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων, αλλά και της αξιολόγησης του νοήματος που προσδίδεται μέσα από την ανταπόκριση με το εξωτερικό περιβάλλον, δηλαδή την υιοθέτηση μιας προοπτικής μέσω της οποίας τα γεγονότα γίνονται αξιομνημόνευτα. Η αξιολόγηση, εσωτερική ή εξωτερική συνδέεται με τον τρόπο που παρουσιάζονται τα αφηγούμενα γεγονότα. Ο συγγραφέας έχει δυνατότητα προσωπικής εμπλοκής καθώς και άμεσης αναφοράς στον αναγνώστη του κειμένου του. Αυτή η εμπλοκή του προσωπικού αποτελεί και την πιο βασική περικειμενική παράμετρο διάκρισης του αφηγηματικού από τον μη αφηγηματικό λόγο.

Αντίθετα, στον μη-αφηγηματικό λόγο, οργανωτικά σχήματα, όπως πρόβλημα-λύση, ισχυρισμός-άρνηση, έχουν κεντρική σημασία στην οργάνωση του κειμένου.

Η λογοτεχνία περιέχει τα κατάλληλα στοιχεία ώστε να προκαλεί τα παιδιά να αποκτήσουν γνώσεις για τις οποίες, ίσως, να μην ενδιαφέρονταν, αν επιχειρούσαμε να διδάξουμε με παραδοσιακό τρόπο. Οι ιστορίες λειτουργούν ως κίνητρο για μάθηση και πιθανόν να ελκύουν την προσοχή των παιδιών περισσότερο από μια συνήθη οικονομική ανάλυση.

Επίσης, τα λογοτεχνικά έργα επιδρούν διαφορετικά από τις επιστημονικές πραγματείες και δημιουργούν στάσεις και συμπεριφορές που προσδιορίζουν τις προσωπικές αξίες των μαθητών και μπορούν να ενισχύσουν την προσπάθεια για μάθηση.

Τα κείμενα αποκαλύπτουν ένα αξιακό σύστημα, το οποίο συνδέεται με τις αξίες των υλικών και πνευματικών αγαθών, τα οποία ανταλλάσσονται σε τιμές με χρήμα. Οι αξίες μετατρέπονται σε χρήμα-τιμές και αυτά αντίστροφα μεταμορφώνονται σε αξίες. Αυτό ψάχνουμε στα λογοτεχνικά κείμενα. Από εκεί και πέρα διαμορφώνεται το κίνητρο για να αγαπάς την τέχνη. Το αξιακό σύστημα που υπάρχει στην κοινωνία αναδεικνύεται μέσω του καλλιτεχνικού.    

Τα λογοτεχνικά κείμενα βοηθούν στην ατομική ανάπτυξη και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ατόμου, αφού, πέρα από τις οικονομικές πληροφορίες που παρέχουν, προσφέρουν πλούσιο λεξιλόγιο και μυθοποιημένα ιστορικά στοιχεία της εποχής τους.

Τα λογοτεχνικά έργα προβάλλουν διάφορους κοινωνικούς ρόλους από την καθημερινή ζωή, μετατρέποντας τις γνώσεις σε βιώματα.

Ο αναγνώστης ενός λογοτεχνικού έργου αναπτύσσοντας τη δική του ερμηνευτική προσέγγιση για τα πρόσωπα του έργου, έχει τη δυνατότητα να αναγνώσει το κείμενο με διαφορετικό τρόπο και να αναγνωρίσει την αξία αντίθετων απόψεων. 

Υπάρχει σύνδεση της Οικονομικής Επιστήμης με τη λογοτεχνία σε ερευνητικό επίπεδο Μελέτες που συνδέουν τα οικονομικά με τη λογοτεχνία έχουν ξεκινήσει από το 1931. Ο Farman μελέτησε τα έργα του Shakespeare διερευνώντας το οικονομικό περιβάλλον εκείνης της εποχής τα πρόσωπα και τις αντιλήψεις.

Η Carroll B. Johnson μελέτησε την οικονομική σκέψη του Δον Κιχώτη κυρίως σε θέματα κατανομής πλούτου, ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και χαρακτηριστικών στοιχείων των διαφόρων οικονομικών συστημάτων.

Η Lynn A. Parks χρησιμοποίησε την αμερικάνικη λογοτεχνία του 17ου και 18ου αιώνα για να μελετήσει την πορεία και τα προβλήματα του καπιταλιστικού συστήματος.

Μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα περιγράφεται η απελευθέρωση του εργαζόμενου που τον εκμεταλλεύονται οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, οι καπιταλιστικές κρίσεις, οι οικονομικές συνθήκες κάθε εποχής και οι κοινωνικές συγκρούσεις που επήλθαν σε διάφορα στάδια εξέλιξης των οικονομικών συστημάτων.   

Το ζητούμενο πάντως είναι να ακολουθήσουμε μια διδακτική μέθοδο που θα κάνει προσιτή και ευχάριστη την οικονομική επιστήμη στα παιδιά, συνδέοντας παράλληλα τις παρεχόμενες γνώσεις και με τις προσωπικές τους εμπειρίες.

Ένα κείμενο λογοτεχνικό μπορεί να αναγνωσθεί: 1) εξετάζοντας την πρόθεση ή την ερμηνεία του συγγραφέα, μέσα από τη διερεύνηση των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή της συγγραφής του έργου. 2) εξετάζοντας την πρόθεση του αναγνώστη για να ερμηνεύσουμε το κείμενο εκτιμώντας τη συμμετοχή του στην κατανόηση, στην ενεργοποίηση και στην ερμηνεία και 3) λαμβάνοντας υπόψη το κείμενο για να αναλύσουμε τη δομή, τα πρόσωπα και τα αντικείμενα του λογοτεχνικού έργου. 

Παράδειγμα: Η ανάγκη

Μια ειδική σχέση του ανθρώπου, των ανθρώπινων ομάδων, στρωμάτων, τάξεων ή της κοινωνίας στο σύνολό της προς τους φυσικούς και κοινωνικούς όρους ύπαρξής τους. Η ειδική αυτή σχέση συνίσταται στην προσπάθεια να τους οικειοποιηθούν και να τους κάνουν να εξυπηρετούν ανθρώπινους σκοπούς.

Οι ανάγκες καθορίζονται πάντα συγκεκριμένα-ιστορικά από τον εκάστοτε οικονομικό-κοινωνικό σχηματισμό, τις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις καθώς και από τα ταξικά συμφέροντα που προκύπτουν από αυτές.

Οι ανάγκες δημιουργούνται στη βάση της παραγωγής- με την ευρύτερη έννοια του συνόλου των κοινωνικών δραστηριοτήτων-και επιδρούν σαν υποκειμενική ώθηση της εργασίας και σαν κίνητρο κάθε δραστηριότητας.

Οι ανάγκες των ανθρώπων είναι πολύμορφες και έχουν την τάση να γίνονται ολοένα και πιο πολύπλοκες και καθολικές. Εκτείνονται στη σφαίρα της ατομικής κατανάλωσης, της βελτίωσης των όρων εργασίας και ζωής, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, της επέκτασης των κοινωνικών σχέσεων και ικανοτήτων της προσωπικότητας, της εμβάθυνσης των γνώσεων, της εξέλιξης της πολιτιστικής και πνευματικής ζωής κ.α.     

Μελέτη κειμένων για τις ανάγκες

  • Συσσίτιο (Άλκη Ζέη, 253-257)
  • Η παρέλαση (Άλκη Ζέη, 215-217)
  • Τα κουλουράκια (Ζωρζ Σαρή, 218-221)
  • Το κορίτσι με τα σπίρτα ( Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 143-145)
  • Γιούγκερμαν ( Μ. Καραγάτσης, 409-412)
  • Το σύννεφο (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, 257-261)
  • Πολιορκία (Αλέξανδρος Κοτζιάς, 263-266)

Παραγωγικές δυνάμεις

Στις παραγωγικές δυνάμεις ανήκουν οι άνθρωποι με τις ικανότητές τους, τις παραγωγικές τους εμπειρίες, τις εργατικές τους δεξιότητες και τις γνώσεις τους, καθώς και τα μέσα παραγωγής και ακόμα η τεχνολογία και η οργάνωση της παραγωγής και η επιστήμη που έχει γίνει παραγωγική δύναμη.

Οι παραγωγικές δυνάμεις εκφράζουν την ενεργητική σχέση της κοινωνίας προς τη φύση, το επίπεδο ανάπτυξής τους δείχνει το βαθμό της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση.

Οι παραγωγικές δυνάμεις υπάρχουν μόνο σε αδιάσπαστη ενότητα με τις εκάστοτε παραγωγικές σχέσεις και μαζί τους σχηματίζουν τον ιστορικά καθορισμένο τρόπο παραγωγής.

Η σημαντικότερη παραγωγική δύναμη κάθε κοινωνίας είναι ο άνθρωπος, είναι οι εργαζόμενοι με τις δημιουργικές τους ικανότητες, γνώσεις και εμπειρίες. Δίχως αυτούς δεν μπορεί να προχωρήσει καμιά παραγωγική διαδικασία- ούτε καν η αυτοματοποιημένη.       

  • Η ιστορία ενός αιχμαλώτου (Στρατής Δούκας, 208-224)
  • Το μπουρίνι (Μ. Καραγάτσης 413-420) 
  • Αρκούδα (Μιχαήλ Μητσάκης, 127-134)
  • Το συννεφάκι (Γρηγόριος Ξενόπουλος, 190-194)
  • Νυχτερινές επισκέψεις (Λιλίκα Νάκου, 272-276)
  • Ο σφουγγαράς (Γιάννης Μαγκλής, 15-19)
  • Η θάλασσα (Ανδρέας Καρκαβίτσας, 9-12)
  • Το βάφτισμα (Δημήτρης Χατζής, 131-135)
  • Το βλογημένο μαντρί (Φώτης Κόντογλου, 39-43)
  • Ένα πρόσχαρο χωριό (Κοσμάς Πολίτης, 18-21)  

Η διδακτική οφείλει να προσαρμόζεται στις εκάστοτε ανάγκες της κοινωνίας, στις δομές και στα ήθη της, αλλά παράλληλα να έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί και πέρα από τα όρια που θέτει κάθε φορά το πολιτισμικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον.

Πειραιάς, 20-4-2016

Παντελής Τέντες, Σχολικός Σύμβουλος, Πρόεδρος ΕΟΕΔΕ

 

Top
Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τον ιστότοπό μας. Συνεχίζοντας τη χρήση αυτού του ιστότοπου, δίνετε τη συγκατάθεσή σας για τη χρήση των cookies. More details…